Η άλλη μέρα ξημέρωσε. Χάραξε για την ακρίβεια. Και ξεκίνησε με ποδαρόδρομο γιατί τα λεωφορεία δεν είχαν αρχίσει ακόμη. Με τα πόδια λοιπόν μέχρι τη Sainte Anne και από ‘κει το μετρό για το gare και έπειτα τρένο για Βρυξέλλες. Με αλλάγή στο αγαπημένο Paris. Αφού βέβαια έπρεπε πρώτα από το Montaparnasse να πάμε στο Gare du Nord. Ένας γρήγοραος καφές στο gare και μετά μιάμιση ώρα ταξίδι με το "Thalys" για Βρυξέλλες.
Με το που πατάμε το πόδι μας στο σταθμό το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι να τρέξουμε στο guichet να ρωτήσουμε για τα εισιτήρια για το Άμστερνταμ. Τι ήταν να το κάνουμε; Οι τιμές ήταν όπως ακριβώς μας βολεύανε και το τρένο έφευγε σε 5 λεπτά! Ίσως και λιγότερο. Να ‘σου λοιπόν δύο τρελές στο gare των Βρυξελλων να τρέχουν φορτωμένες, ψάχνοντας τη σωστή voie! Καταφέραμε να το προφτάσουμε και περάσαμε άλλες 3 ώρες στο τρένο για Άμστερνταμ.
Με το που πατήσαμε το πόδι μας στη ολλανδική γη το πρώτο πράγμα που αυτή μας υποσχέθηκε και εμείς από την πλευρά μας το αισθανθήκαμε γερά στο πετσί μας ήταν το κρύο. Το πρώτο που κάναμε ήταν ένα τσιγάρο χωμένες μέσα στα παλτά μας (ναι, το πράσινο, τραβάτε κανένα ζόρι;; για όσους πρόλαβαν ήδη και σκέφτηκαν την κακία), σε ένα παγκάκι στο σταθμό με μια υποψία θάλασσας απέναντί μας. Αφήσαμε τα πράγματά μας σε lockers και ξεκινήσαμε...

Πρώτα απ’ όλα δε μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε με τίποτα ότι βρισκόμασταν στην Ολλανδία! Το πρώτο μας εξωτερικό! Η πρώτη εντύπωση ήταν συναρπαστική! Αν δεν το καταλάβατε ήδη από τα lockers που ανέφερεα, ναι, είχαμε σκοπό να περάσουμε άστεγες το πρώτο μας βράδυ στο Άμστερνταμ. Πώς άλλωστε θα γνωρίζαμε καλύτερα την πόλη;; Επειδή όμως θέλαμε να προνοήσουμε για το επόμενο, εφοδιαστήκαμε με τους χάρτες της πόλης, η Ματίνα δηλαδή εφοδιάστηκε, και ξεκινήσαμε με τα πόδια να βρουμε την auberge, συνδυάζοντας το έτσι και με την πρώτη μας βόλτα στην πόλη.

Ψιλόβρεχε. Μπήκαμε σε στενά, βγήκαμε από στενά, ανεβήκαμε γεφυρούλες, κατεβήκαμε γεφυρούλες, διασχίσαμε το ποτάμι, το ξαναδιασχίσαμε και τελικά καταφέραμε να βρεθούμε έξω από την auberge αφού πρώτα είχαμε πάθει τη σύγχυση της ζωής μας με όλες τις οδούς που τελείωναν σε: -straat και κατ’ επέκταση μας φαίνοντας όλες ίδιες! 
Στη reception μας υποδέχτηκε μια Πολωνή με την οποία αρχίσαμε να συνενοούμαστε στα αγγλικά. Κυρίως η Ματίνα. Γιατί εγώ όποτε άνοιγα το στόμα μου πετούσα ανάμεσα στα πέντε αγγλικά και δέκα γαλλικά και η γυναίκα με κοίταγε με ένα βλέμμα απορίας. Κάναμε κράτηση για το επόμενο βράδυ και φύγαμε για όπου μας βγάλει ο δρόμος μας. Βασικά στόχος μας ήταν ο σταθμός αλλά το μονοπάτι μας είχε άλλη γνώμη και μας έβγαλε σε μια μεγάλη πλατεία γεμάτη υπέροχες καφετέριες και μπαρ.
Εννοείται ότι είχαμε ήδη αρχίσει να συναντάμε παντού γύρω μας τα πασίγνωστα cofeeshop που μόνο εμείς δεν είχαμε ιδέα για το τι πρόκειται μέχρι που μπήκαμε σε ένα για να ζητήσουμε φρεσκοκομμένο καφέ με γεύση amaretto και μας κοιτούσαν περίεργα έτοιμοι να φωνάξουν κάποιον να μας μαζέψει. Πλάκα κάνω. Απλά κάποια στιγμή τα ανέφερε στο τηλέφωνο ο Ορέστης και είχε την καλοσύνη να μας εξηγήσει. Στο θέμα μας όμως: εγώ δε χρειάστηκα δεύτερο βλέμμα για να ερωτευτώ ΟΛΑ τα μπαράκια της πόλης. Ήταν όλα έτσι ακριβώς όπως αγαπώ τα μπαρ: μικρά, “ζεστά”, με στυλ, τα περισσότερα με live μουσική αλλά όχι και επιπλέον είσοδο.
Εμείς όμως, πάντα πιστές, είδαμε τα Μακ και μπήκαμε. Αράξαμε με καφέδες σε ένα τραπεζάκι και αρχίσαμε να ξεφυλλίζουμε χάρτες και ενημερωτικά φυλλάδια για να περάσει η ώρα. Εγώ μετά από 4 μήνες παρά 3 ημέρες είχα στα χέρια μου “Το Βήμα” της Κυριακής και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν φυσικά να διαβάσω το άρθρο του Βίδου (ούτε που θυμάμαι πλέον πώς στο καλό βρέθηκε στα χέρια μου ελληνική εφημερίδα!!!) Η ώρα, ομολογουμένως, δεν περνούσε και εύκολα. Από το παράθυρο βλέπαμε μία να βρέχει, μια να χιονίζει και μας έπιανε μαύρη μαυρίλα! Όντας και στα Μακ δεν είχαμε πουθενά αλλού το μυάλό μας παρά μόνο στο φαί αλλά από την άλλη δεν έπρεπε να ξοδέψουμε λεφτά γιατί στο τέλος το άστεγο θα μας κόστιζε πιο ακριβά από το να μείνουμε σε δωμάτιο.
Η πρώτη μας γνωριμία σε ολλανδικό έδαφος ήταν ένας άστεγος Πολωνός λουλούδάς. Καθόμασταν απέναντί του και τον βλέπαμε που είχε αράξει και αυτός με τις ώρες στα Μακ, ε, το ένα έφερε το άλλο και στο τέλος πιάσαμε την κουβέντα. Στην αρχή του δανείσαμε κάτι ψιλά για να αγοράσει κρασί. Μετά, ξαναγύρισε στα Μακ και του αποκαλύψαμε ότι θα μείνουμε άστεγες. Τρομοκρατήθηκε ο άστεγος που θα μέναμε άστεγες! Στην αρχή μας έλεγε να πάει να βρει ένα γνωστό του Έλληνα που έχει ελληνικό εστιατόριο για να μείνουμε σε αυτόν. Αφού αυτό δε μας έπεισε, το χόντρυνε κι άλλο. Μας είπε ότι σε λίγο θα πληρωνόταν και θα έπαιρνε 60€ για δύο βδομάδες δουλειές. (Το πως στο καλό θα πληρωνόταν στις 2 τα ξημερώματα και από ποιον ακόμη ερευνάται.) "Πόσα θέλετε να σας δώσω για να μη μείνετε άστεγες;" Είχαμε μείνει εμείς μαλάκες και τον κοιτάγαμε! Συν τοις άλλοις μας είχε κάνει να αισθανόμαστε ότι κάνουμε το χειρότερο πράγμα του κόσμου!
Τον ευχαριστήσαμε, του είπαμε να δανειστεί και άλλα 100€ από κάποιον γνωστό του και πήγαμε σε μία τέλεια σουίτα πάνω από τον Amstel…-πλάκα κάνω, ακόμη δε με μάθατε; Τον ευχαριστήσαμε, αρνηθήκαμε και μετά γαμηθήκαμε στα γέλια με την κατάστασή μας που μέχρι κι ο άστεγος προσφερόταν να μας δώσει λεφτά! Η ουσία είναι ότι αντί τελικά να μας δανείσει του δανείσαμε. Κατάφερε να μας φαεί 3,50€ δανεικά και αγύριστα. Αλλά χαλάλι γιατί ήταν συμπαθέστατος.
Ατάκα της βραδιάς;: «Είναι ανάγκη να μάθει όλη η Ολλάνδία ότι θα μείνουμε άστεγες;»
Φύγαμε από τα Μακ προς αναζήτηση ενός ωραίου, φτηνού μπαρ και το βρήκαμε! Έπαιζε live jazz και η Ματίνα μπήκε μέσα να ρωτήσει πόσο έχει η μπύρα. Βρήκαμε και φτηνή μπύρα και πρώτο τραπέζι πίστα. Αράξαμε μες την τρελή χαρά, η Ματίνα να τραβάει κάμερα και να γουστάρει τον ντράμερ και εγώ ενθουσιασμένη, να γουστάρω τον πιανίστα μέχρι που είδα τον Emilo και "ερωτεύτηκα". Κάτσαμε στο μαγαζί μέχρι τις 3 που έκλεινε, όλοι γύρω μας να σκάνε μπάφους σα να μη συμβαίνει τίποτα- που δε συνέβαινε δηλαδή- και μέχρι τις 3 είχαμε πιάσει την κουβέντα τόσο με τον Emilo όσο και με το μοναχικό τύπο του διπλανού μας τραπεζιού. Ο Emilo ήταν το φωνητικό εφέ του συγκροτήματος. Έβγαζε κάτι απίστευτους ήχους όταν ανέβαινε στη σκηνή, ήξερε λίγες λέξεις από κάθε γλώσσα που μπορείς να φανταστείς γιατί η φιλοσοφία του ήταν ότι οι γλώσσες είναι από τα χρησιμότερα πράγματα στη ζωή σου και άμα τις γνμωρίζεις μπορείς να καταφέρεις τα πάντα. Μας πρότεινε μιας και έκλεινε το μαγαζί να πάμε σε ένα άλλο εκεί κοντά με blues. Εν τω μεταξύ, έξω να χιονίζει μανιωδώς, ο τόπος να έχει αρχίσει να ασπρίζει και ‘μεις να τρέμουμε στην ιδέα ότι θα χρειαστεί να περάσουμε έστω και 2 ώρες έξω. Πήγαμε στο άλλο μπαρ και συναντήσαμε τον τύπο του διπλανού τραπεζιού. Εκείνον το μοναχικό που λέγαμε. Ο τραγουδιστής μια απίστευτη φυσιογνωμία που και στο δρόμο να τον συναντούσες δεν υπήρχε περίπτωση να μην καταλάβαινες ότι είναι μπλουζίστας. Δυστυχώς, η ώρα πέρασε, πήγε 4 και το μαγαζί έκλεινε.
Χαιρετήσαμε τον Emilo, ανταλλάξαμε mail και τραβήξαμε για το άγνωστο. Απομακρυνθήκαμε από 'κεινη την περιοχή και φτάσαμε σε μια στάση λεωφορείου για να...δειπνήσουμε! Είχαμε ήδη αρχίσει να τρέμουμε από το κρύο και το χιόνι έπεφτε, έπεφτε μονότονα. Στη στάση πρέπει να ήταν η τελευταία φορά που η Ματίνα γέλασε γιατί μετά αρχίσαν τα δύσκολα. Καθόμασταν στη στάση του λεωφορείου με τα σάντουιτς μας και φτιάχναμε το σενάριο ότι θα παγώσουμε την ώρα την ώρα που θα πηγαίνουμε να δαγκώσουμε μια μπουκιά. Οι τίτλοι των ολλανδικών εφημερίδων της επόμενης μέρας περνούσαν ήδη μπροστά από τα μάτια μας: "Ελληνίδες φωτογραφίες που σπούδαζαν στη Γαλλία βρέθηκαν κοκαλωμένες στη χώρα μας." Από κάτω φωτογραφία μας, παγωμένες, με τα σάντουιτς στο χέρι και αυτά παγάκια.
Όλως τυχαίως, λέγαμε, ο πατέρας μου θα αποφάσιζε την άλλη μέρα να αγοράσει εφημερίδα από το κέντρο που όλος ο ξένος τύπος είναι κρεμασμένος στα περίπτερα και θα έβλεπε τη φάτσα της κόρης του να φιγουράρει σε μια εφημέριδα που δε θα έγραφε ούτε αγγλικά ούτε γαλλικά αλλά κάτι παντελώς άγνωστο. Ο πατέρας μου που ακόμη δεν ήξερε ότι η κορούλα του βρισκόταν στην Ολλανδία. Τελικά τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε. Άλλωστε ο πατέρας μου δεν αγοράζει εφημερίδες.
Φάγαμε και κινήσαμε για το σταθμό με τη Ματίνα κυριολεκτικά στα όρια του κρυοπαγήματος να βρίζει σε όλες τις γλώσσες που ήξερε και δεν ήξερε και χρησιμοποιώντας όλες τις βρισιές που ως τα 20 της χρόνια είχε ακούσει. Δήλωνε μάλιστα ότι ήταν η τελευταία φορά της ζωής της που έμενε άστεγη. (Τι έλεγες Ματινάκο;;;) Στο σταθμό του μετρό είχε κουρνιάσει στο πεζούλι μιας κολώνας, από τη μια προσπαθούσε να κοιμηθεί αλλά από την άλλη κρύωνε. Τη μια με έβριζε, την άλλη γκρίνιαζε και την άλλη ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Εγώ κρύωνα αλλά ήμουν σε πιο κυριλέ κατάσταση. Είχα μάλιστα το κουράγιο να πιάσω τη συζήτηση με ένα μαύρο Κουβανό ολλανδικής υπηκοότητας, πρώην μπασκετμπολίστα και νυν καμένο. Μου είχε φανεί πολύ ενδιαφέρον και συμπαθητικός τύπος και η Ματίνα με είχε τσαντίσει γιατί όποτε της απήυθηνε το λόγο του απαντούσε μονολεκτικά και απότομα.
Αυτό που θα μου μείνει αξέχαστο από αυτόν είναι όταν κάποια στιγμή, ενώ διάβαζε εφημερίδα, δηλαδή ΔΕ ΜΕ ΚΟΙΤΑΖΕ, του λέω: "Can I ask you something?" “Cinquantasette” μου απαντάει. Και μένω μαλάκας. Γιατί όντως. Αυτό ήθελα να τον ρωτήσω. Τι νούμερο παπούτσι φοράει. Αυτός ουσιαστικά ήταν και ο σωτήρας μας γιατί μας έδωσε λύση για να περάσουμε 2 ώρες λιγότερο ανώδυνα. Γιατί δεν παίρνετε το μετρό, μας λέει, να πάτε από το ένα τέρμα στο άλλο να περάσει η ώρα; Τον ευχαριστήσαμε και φύγαμε κατευθείαν για το μετρό. Πανάθεμά μας το βλέπαμε και σαν ευκαιρία να δούμε την πόλη! Πού να τη δούμε αφού το μετρό είθισται να είναι υπόγειο και όσες φορές έβγαινε στη επιφάνεια ούτως ή άλλως ήταν πίσσα σκοτάδι αφού δεν είχε ξημερώσει; Τελικά δεν αντιμετωπίσαμε τέτοια προβλήματα γιατί με το που κάτσαμε στις θέσεις ξεραθήκαμε στον ύπνο.
Κάποια στιγμή πεταχτήκαμε πάνω, μόνες μέσα στο βαγόνι, οι πόρτες κλειστές και γύρω μας η απίστευτη σκοτεινιά και ερημιά. Η Ματίνα ίσα που σήκωσε το κεφάλι, έριξε μια ματιά γύρω της και ξαναβυθίστηκε στο όνειρο της που αποτελούνταν από ζεστά παπλώματα και κρεβάτια, πολλά κρεβάτια. Ποτέ δε θα μάθουμε πού ήμασταν εκείνη τη στιγμή και για πόση ώρα είχαμε μείνει εκεί.
Κάποτε ο συρμός ξαναξεκίνησε και κατεβήκαμε στη στάση στην οποία πριν από μία ώρα είχαμε ανέβει. Και δεν έλεγε να ξημερώσει...περιμέναμε πώς και πώς να δούμε λίγο το φως της μέρας, να ανέβει το ηθικό μας, αλλά τίποτα. Κάναμε άπειρους άσκοπους, παγωμένους γύρους για να περάσει λίγο η ώρα και τελικά καταλήξαμε στο καφέ ενός ξενοδοχείου, το μόνο ανοικτό που βρήκαμε εκείνη την ώρα...