CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

Σάββατο, 30 Μάϊος 2009

29


Την άλλη μέρα, για άλλη μία φορά, αναχώρηση. Για τη Lille. Αύτή τη φορά ήταν όντως ο τελευταίος μας προορισμός. Με το που φτάσαμε, βγάλαμε εισιτήρια για Rennes και από αυτό το σημείο και μετά εγώ άρχισα να τρώω τούμπες. Είχαμε μόνο 2 ώρες να μείνουμε στη Lille αλλά σας έμπειρες ταξιδιώτισσες που ήμασταν πλέον, μας έφτασαν.

Αλλά ας αρχίσω από τις τούμπες μου: φορτωμένη με το back pack μου, έκανα απεγνωσμένες προσπάθειες να περπατήσω στο σφουγγαρισμένο σταθμό Lille-Europe. Σε κάθε μέτρο πατινάριζα και σα να μη μου έφτανε αυτό, είχα και τη Ματίνα να γελάει και να μου λέει ότι είμαι σα χελώνα. Ώσπου, κάποια στιγμή, μετά από μία εντυπωσιακή πιρουέτα, βρέθηκα φαρδιά πλατιά στο σκληρό μεν, καθαρό δε, πάτωμα του gare και φυσικά δε μπορούσα να κουνηθώ. Μόλις διαπιστώσαμε ότι δεν είχα σπάσει τίποτα (ούτε δηλαδή κάποιο άκρο μου αλλά ούτε και κάτι από το περιεχόμενο του back pack) καθόμασταν και γελούσαμε σα χαζά. Ένας flic πλησίασε προς το μέρος μας και το λυκόσκυλο του άρχισε να με μυρίζει από πάνω μέχρι κάτω. Αυτός ούτε κουβέντα για να με βοηθήσει να σηκωθώ. Το μόνο που ρώτησε ήταν αν θέλουμε να φωνάξει βοήθεια. Τι βοήθεια να εννοούσε άραγε; Κανένα ασθενοφόρο ή κανέναν γερανό να με σηκώσει; Είναι η μοίρας μας να κάνουμε αισθητή την παρουσία μας σε μία πόλη από τη στιγμή που πατάμε το πόδι μας στο σταθμό της.

Τέλος πάντων. Σαν έμπειρες ταξιδιώτισσες όπως προείπαμε το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να πάμε σε μια boulangerie. Αφού εφοδιαστήκαμε με κάτι πράγματα τίγκα στη σοκολάτα, είδαμε καθεδρικό (όχι άλλους καθεδρικούς!!!!!), mairie, κεντρική πλατεία, hôtel de ville, το κινέζικο κτίριο. Οφείλω να ομολογήσω ότι πιο πολύ απ’ όλα με ενθουσίασε ο σταθμός της Lille που το κτίριο όταν το έβλεπες απ' έξω ήταν σε σχήμα L.

Kάτσαμε για καφέ να κάνουμε απολογισμό του ταξιδιού. Ναι! Το πρώτο μας μεγάλο ταξίδι είχε τελειώσει. Είχαμε βγει λιγάκι εκτός προϋπολογισμού αλλά το είχαμε ευχαριστηθεί και με το παραπάνω.

Τρίτη, 26 Μάϊος 2009

28


Πρώτο πράγμα που πλησίασε απειλητικά τα ρουθούνια μας ήταν η μυρωδιά από τις καταραμένες gauffres. Όχι, δεν είναι οι κλασικές βάφλες που ξέρουμε εμείς εδώ πέρα. Είναι κάτι άλλο, εκπληκτικό. Αν πετύχεις καλή gauffre, απλά εκστασιάζεσαι.Πήγαμε κατευθείαν να εντοπίσουμε την auberge μας και από τη στιγμή που τη βρήκαμε και αφήσαμε τα πράγματά μας, δεν είχαμε το κουράγιο να ξεκουνηθούμε για να πάμε να δούμε την πόλη. Κάναμε μπάνιο και αράξαμε στο bar της auberge. Στο bar, που εγώ από τα πρώτα δευτερόλεπτα εντόπισα και "ερωτεύτηκα" ένα ξανθό γκομενάκι. Το οποίο μετά από λίγη ώρα ήρθε να μας ρωτήσει αν θέλουμε να παίξουμε μπιλιάρδο. Μπιλιάρδο δεν παίξαμε, αλλά τελικά καταλήξαμε στο τραπέζι που καθόταν με τον επίσης όμορφο φίλο του, να συζητάμε περί ανέμων και υδάτων. Κυρίως η Ματίνα δηλαδή, γιατί προς αυτήν ο όμορφος Δανός εξέπεμψε ερωτικά σήματα μορς. Εγώ τους εγκατέλειψα νωρίτερα γιατί δεν άντεχα τη μη ανταπόκριση στο επίμονο ερωτικό κάλεσμά μου! Πλάκα κάνω. Ωραίο το γκομενάκι αλλά άμα δεν πρόκειται να σου κάτσει γιατί να μην πας για ύπνο που είναι από τα λίγα αρσενικά που σίγουρα θα σου κάτσουν; Σίγουρα; Αχ...τα ψεύτικα τα λόγια τα με γάλα. Ήταν ο χειρότερος ύπνος του ταξιδιού. Εφιάλτης. Κατά τις 3 μπήκαν στο δωμάτιο 3 σαχλά αμερικανοφέρνουσα μεθυσμένα κοριτσάκια που σήκωσαν όλο τον όροφο στο πόδι. Αφού δεν τις πλάκωσα στο ξύλο, μάλλον δεν πρόκειται να πλακώσω κανέναν στη ζωή μου. Γιατί, τα κωλόπαιδα, εκτός του ότι έκαναν 1 ώρα να ξαπλώσουν, κάνοντας φασαρία, στριγκλίζοντας και ανάβοντας φώτα, κατάφεραν να σηκωθούν στις 5 το πρωί και να κάνουν τον ίδιο, ίσως και περισσότερο θόρυβο, μέχρι το τελικό ξεκούμπισμά τους. Εφιαλτική βραδιά.

Ξημέρωσε όμως, και αφού πήραμε πρωινό, ξεκινήσαμε για την ανακάλυψη των Βρυξελλών. Πρέπει να ομολογήσω ότι μέσα σε μία μέρα είχαμε κάνει όλη την πόλη φύλλο και φτερό. Είδαμε τα πάντα και προλάβαμε να κάτσουμε και για καφέ και για μπύρα. Θεές! Ξεκινήσαμε από το Palais Charles de Lorraine,

το Quartier Royal, τη Grande Place,

την Colonne du Congrès,

την Cathédrale Saint Michel,

την Place Louise, το Palais de la Nation, de Justice.

Τέλος, αλλάξαμε διάφορα λεωφορεία, περάσαμε από διάφορες γειτονιές για να φτάσουμε στο Pavillon chinnois


και japonnais.


Ήταν σα να μετακινείσαι από το Κωλονάκι (συνειδητό το ορθογραφικό), περνώντας μέσα από Σωκράτους, Πλατεία Θεάτρου κ.ο.κ. Μπήκαμε στα δύο κτίρια με 3€ είσοδο, και ήταν σα να είσαι στην Ιαπωνία και την Κίνα. Δεν έχω βέβαια πάει ποτέ, αλλά έτσι αισθάνθηκα. Τα δύο κτίρια, κτίστηκαν την εποχή του Λεοπόλδου, έπειτα από διαταγή του βασιλιά ο οποίος ήταν λάτρης της ασιατικής αρχιτεκτονικής. Μόλις μπήκαμε, έξω άρχισε να χιονίζει και ήταν μαγικά, με τις νιφάδες του χιονιού να στέκονται στα κυρτά τελειώματα του κινέζικου κτίσματος και όλο το πράσινο γύρω μας σιγά σιγά να παίρνει να γίνεται λευκό.

Το manneken pis

το αφήσαμε στο τέλος, γιατί κάπου εκεί κοντά ήπιαμε και τη μπυρίτσα μας. Αναγκαστήκαμε να διαλέξουμε ΜΙΑ από τις έξι χιλιάδες εφτακόσιες είκοσι τρεις που είχε ο κατάλογος. Γκουγκλάροντας στο Ίντερνετ, μπορείτε να βρείτε το manneken ντυμένο σε όλες τις δυνατές παραλλαγές, ανάλογα κάθε φορά με την εποχή και τη μέρα του χρόνου που ο καθείς το επισκέφτηκε. Ολόκληρη γκαρνταρόμπα πρέπει να έχει αυτό το manneken. Αλλά θα μου πεις, έτσι δε γίνεται με όλα τα μανεκέν; Ενδεικτικά:




Η μεγάλη μας απογοήτευση ήταν όταν πήγαμε να δούμε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η Ματίνα περίμενε να δει το ομορφότερο κτίριο του κόσμου, επηρεασμένη και από τις φώτο του Στρασβούργο. Εγώ, μέχρι τελευταία στιγμή ήλπιζα να δω το Cedric να εμφανίζεται από το πουθενά με χαρτοφύλακα και κουστουμάκι λέγοντας: “Coucou, ma belle!”. Όπως έχετε ήδη καταλάβει, ούτε η Ματίνα το ωραιότερο κτίριο του κόσμου είδε, ούτε εγώ το Cedric! Αντικρίσαμε απλά ένα θεόρατο κτίριο, με άπειρους ορόφους και άπειρα παραθυράκια γραφείων. Πνίξαμε τον πόνο μας σε μία gauffre.

Ακόμη μας θαυμάζουμε για εκείνη τη μέρα μας στις Βρυξέλλες. Είδαμε την πόλη τη μέρα, προλάβαμε να τη δούμε και το βράδυ φωτισμένη. Προλάβαμε και αγοράσαμε και αναμνηστικά και σολολατάκια, φυσικά! Εντοπίσαμε σχεδόν όλους τους Έλληνες του εξωτερικού (τι ελληνικό και κακό είναι αυτό;) και πιάσαμε και την πάρλα με του ιδιοκτήτες της περιοχής με τα ελληνικά εστιατόρια, μαθαίνοντας το βιογραφικό του καθενός! Συναντήσαμε έναν τύπο ο οποίος μιλούσε άπταιστα τα ελληνικά και όταν τον ρωτήσαμε από πού είναι και πώς και έτσι, μας είπε ότι είναι Βέλγος και ότι τα ελληνικά που ξέρει τα έμαθε από τον Ελληνα- αφεντικό του!!! Πλέον έχουμε εντρυφήσει στο θέμα και έχουμε καταλήξει: παντού υπάρχει ένας Μύθος, ένας Κινέζος, ένας Έλληνας και ένα Καημένο. (Χρόνια αργότερα μου έλαχε να προσθέσω σε αυτή τη διαπίστωση και το: ένας Λαμιώτης.)

Τετάρτη, 13 Μάϊος 2009

27

Πήραμε το τρένο για Βρυξέλλες, αλλά πριν φτάσουμε στον τελικό μας προορισμό, είχαμε σκοπό να κατέβουμε σε ένα χωριό επονομαζόμενο: Antwerpren. Το είχαμε δει από το τρένο στον πηγαιμό και μας άρεσε πολύ. Το γελοίο είναι ότι το χωριουδάκι που θέλαμε να δούμε, δεν ξέραμε καν αν ανήκε στην Ολλανδία ή στο Βέλγιο. Πριν κατέβουμε από το τρένο ακούμε κάτι οικείο: ελληνικά. Ήταν δύο mecs που μιλούσαν ελληνικά αλλά εμείς δε δώσαμε και πολύ σημασία. (Πολύ σημασία= να κοιτάς αυτούς που μιλάνε επίμονα και μόλις τα βλέμματά σας συναντηθούν να βγάλεις μια κραυγούλα που να ακούγεται σα γελάκι και να πεις: «Αχ, Έλληνες;»). Αυτοί όμως, έδωσαν. Και με το που κατεβήκαμε μας είπαν να πάμε για καφέ. Δεχτήκαμε μιας και δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε. Και οι δυό ήταν Θεσσαλονικείς που σπούδαζαν στην Ολλανδία.
Εμείς, με το που κατεβήκαμε από το τρένο προσπαθούσαμε να συνειδητοποιήσουμε πού βρισκόμαστε. Γιατί άλλο να σταματά το κτελ στην Ελλάδα για στάση και να μην έχεις ιδέα που βρίσκεσαι και να λες: τι με νοιάζει είμαι κάπου ανάμεσα σε Μέτσοβο και Γρεβενά και άλλο να κατεβαίνεις από το τρένο κάπου ανάμεσα σε Ολλανδία και Βέλγιο και να μην ξέρεις σε ποια χώρα είσαι! Ούτε καν όμως οι γλώσσες που βλέπαμε γύρω μας δε μας βοηθούσαν να καταλάβουμε. Δεν ήταν ούτε γαλλικά, ούτε ολλανδικά! Στα 5 πρώτα λεπτά ακούμε τον ένα από τους 2 συνοδούς μας να λέει: «Να 'μαστε και στην Αμβέρσα!» Κοιταζόμαστε κοκαλωμένες με τη Ματίνα και δεν τολμάμε να βγάλουμε άχνα! Πού να τους πούμε ότι ιδέα δεν είχαμε ότι είμαστε στην Αμβέρσα κι ότι μάλιστα νομίζαμε ότι βρισκόμαστε σε κάποιο μικρό χωριουδάκι! Έτσι, αυτή η συνάντηση μας βοήθησε πολύ: πρώτο και βασικότερο, μάθαμε πού βρισκόμασταν. Δεύτερον, για πρώτη φορά μετά από μήνες, από τότε δηλαδή που φύγαμε από την Ελλάδα, μας κερνούσαν! Τρίτον, ο ένας είχε επισκεφτεί plusieurs fois την Αμβέρσα και έτσι μας γύρισε σε ολόκληρη την πόλη χωρίς να χρειαστεί να ψαχνόμαστε συνεχώς, με τη Ματίνα χωμένη στο χάρτη. Μετά τη συνηθισμένη επίσκεψη στα Μακ αποχωρίσαμε από την Αμβέρσα, δυστυχώς χωρίς διαμάντι στην τσέπη.
Πάλι στο τρένο με προορισμό την ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Στο τρένο, ήμασταν βυθισμένες εις τον ύπνο του δικαίου. Κάποια στιγμή που ανοίγουμε τα μάτια συνειδητοποιούμε ότι είμαστε στο Gare Centrale. Αρπάξαμε τα πράγματά μας και κατεβήκαμε άρων- άρων. Εγώ, είδα τις πόρτες του τρένου να παραμένουν ανοιχτές και ξαναμπήκα να ελέγξω αν έχουμε ξεχάσει τίποτα. Δεν ξαναβγήκα όμως. Γιατί με το που πέρασα την πόρτα, αυτή έκλεισε. Άρχισα να πατάω τα κουμπιά, να χτυπιέμαι, αλλά αυτή η κακούργα δεν ξανάνοιγε! Έβλεπα απέναντί μου τη Ματίνα, να στέκεται περιτριγυρισμένη από τα μπαγκάζια μας και διάβαζα τα χείλη της να μου λένε: «Δεν έχεις εισιτήριο, δεν έχει ΕΙΣΙΤΗΡΙΟΟΟΟΟ». Και πως να έχω, αφού τα είχε αυτή! Στο μεταξύ μας είχε πιάσει και ένα απίστευτο σπαστικό γέλιο με την κωμικοτραγικότητα της κατάστασης. Οι επιβάτες του τρένου έβλεπαν μια τρελή να γελάει μόνη της σας υστερική χωρίς να μπορούν να καταλάβουν το λόγο και αντιστοίχως οι ταξιδιώτες στην αποβάθρα έβλεπαν μία άλλη τρελή να έχει πέσει κάτω και να έχει πεθάνει μόνη της στα γέλια. Έκανα νόημα στη Ματίνα να περιμένει σε εκείνο ακριβώς το σημείο, και μη μπορώντας να κάνω τίποτα άλλο, της κουνούσα το χέρι χαιρετώντας τη, ενώ το τρένο απομακρυνόταν.
Για καλή μου τύχη δε βρέθηκα σε κάποια άλλη χώρα αλλά στο Gare Bruxelles-Midi. Μη ξέροντας τι να κάνω, μπήκα χωρίς εισιτήριο σε ένα Thalis που έφευγε για Άμστερνταμ. Το τραγικό είναι ότι όλη αυτή την ώρα συνέχιζα να γελάω μόνη μου, με όλο τον κόσμο γύρω μου να με κοιτάει. Όσο δε, σκεφτόμουν το να εξηγώ στους ελεγκτές του τρένου το γιατί βρισκόμουν εκεί μέσα χωρίς εισιτήριο, γελούσα ακόμη περισσότερο. Με τα πολλά, έφτασα στο gare που είχα αφήσει τη Ματίνα και άρχισα να ανεβοκατεβαίνω από τη μία αποβάθρα στην άλλη προσπαθώντας να τη βρω γιατί φυσικά και δεν ήξερα σε ποια voie μας είχε αφήσει το προηγούμενο τρένο! Τελικά τη βρήκα να κάθεται γύρω από τα πράγματα και να καπνίζει γελώντας ακόμη...

Τετάρτη, 17 Δεκέμβριος 2008

26

Ζεσταθήκαμε για πρώτη φορά μετά από πολλές ώρες και μετά και τους καφέδες η Ματίνα άρχισε κάπως να παίρνει τα πάνω της. Όποτε βέβαια θυμόταν το πώς είχε περάσει η βραδιά πάθαινε και από μία κρίση. Η εξυπηρετικότατη γυναίκα στο καφέ μας έδειξε στο χάρτη όλα τα μέρη που έπρεπε να δούμε και μας πρότεινε όλα όσα έπρεπε να κάνουμε. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινούσε η πραγματική ανακάλυψη του Άμστερνταμ.


Οφείλω να ομολογήσω ότι εγώ ξεκινούσα με μια πικρία γιατί ήταν τόσα μα τόσα τα μουσεία που ήθελα να δω και συνειδητοποιούσα ότι ήταν αδύνατο να καταφέρω να πάω σε όλα. Ακόμη και τώρα πάντως λέω ότι οφείλω να ξαναπάω στο Άμστερνταμ μόνο και μόνο για τα μουσεία του.

Η μέρα πάντως, δεν έχω παράπονο: με μουσείο ξεκίνησε. Sex museum. Με έναν επιδειξία να σου φωνάζει: “Ψψψψψτττ” και να ανοίγει μπρος στη μούρη σου την καμπαρτίνα του, μια χοντρή τσατσά να απλώνει το χέρι της να σε αρπάξει και άλλα τρελά. Γενικώς, πήξαμε στα πέη, τα αιδοία και τα βυζιά. Αποκορύφωμα εκείνης της μέρας το βιντεάκι που τράβηξε η Μάτίνα με εμένα ανάμεσα σε δύο πέη-τέρατα. Νά κάνω τις βλακείες μου με τους πούτσους και την ώρα που πάω να κάτσω στα αρχίδια του ενός γλιστράω (γιατί το υλικό ήταν συν τοις άλλοις κάτι σαν μάρμαρο) και πέφτω με την πλάτη προς τα πίσω, η πρώτη μου πιο αστεία τούμπα στο εξωτερικό!!! (Η δεύτερη ήταν στην επιστροφή από αυτό το μεγάλο ταξίδι) Ευτυχώς στην πλάτη μου είχα την τσάντα και γλίτωσα τον τραυματισμό. Αλλιώς οι εφημερίδες αυτή τη φορά θα γράφανε: "Λυσσασμένη τουρίστρια, πήγε από πούτσο..."

Μετά το σεξ σειρά δεν έχει ένα τσιγάρο; Πήγαμε μέχρι το cannabis museum, το οποίο μόνο απ' έξω είδαμε, γιατί σιγά μη σκάγαμε λεφτά για να δούμε την ιστορία της μαστούρας ανά τους αιώνες. (Ναι, ναι, ξέρω φίλοι μου εξαρτημένοι: θεωρείτο ότι είχε/ έχει και θεραπευτικές ιδιότητες.)


Μετά από αυτό είχα την άσχημη εντύπωση ότι είχε φτάσει η ώρα να επισκεφτούμε ένα περιβόητο cofeeshop. Και η Ματίνα διέπραξε το μέγα λάθος της ζωής της: να συμφωνήσει. Αφού περάσαμε μπροστά από διάφορα και αφού όλα πέρασαν από το γνωστό εξονυχιστικό έλεγχο, όπως αυτόν των καφέ (να είναι όμορφα, γλυκά, να μας εμπνέουν κλπ κλπ) βρήκαμε ένα και μπήκαμε.


Στο μπαρ, ένας γέρος να στρίβει μανιωδώς τσιγάρα και να τα βάζει σε μια πλαστική θήκη με τρύπες, όρθια, το ένα δίπλα στο άλλο. Φαινότανε να έχει βαρεθεί τη ζωή του αλλά το έμπειρο μάτι του σίγουρα θα έκοψε ότι πρώτη φορά πατούσαμε το πόδι μας σε cofeeshop και δε μας έδωσε και πολύ σημασία. Μοναδικοί πελάτες εκείνη την ώρα εμείς και άλλοι δύο, τουρίστες φυσικά. Καθίσαμε στον ημιώροφο, σε κάτι ψηλά σκαμπό και δίπλα σε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, από αυτά που πλέον στην Ελλάδα είναι μουσειακά κομμάτια μιας και έχουν καταργηθεί και τα παιδιά της νέας γενιάς δε θα νιώσουν ποτέ τη χαρά του να ταξιδεύουν με καράβι (ο νοών νοείτω). Πρέπει να ήταν το samurai τελικά. Καθίσαμε, η Ματίνα τσάι, εγώ σοκολάτα και ένα joint του λέμε. “Χασίσι ή μαριχουάνα;” μας ρωτάει. Άντε τώρα εσύ η άσχετη να του απαντήσεις. Ούτε που θυμάμαι τι πήραμε τελικά. Καπνίσαμε το μισό τσιγάρο και τα πρώτα συμπτώματα εμφανίστηκαν στη Ματίνα τα οποία ξεκίνησαν κάπως έτσι: "Δεν αισθάνομαι το αριστερό μου πόδι, ωχ το δεξί, όχι, όχι, τώρα δεν αισθάνομαι τα χέρια μου. Δε μπορώ να κουνηθώ!" Εγώ εν τω μεταξύ να κοιτάω το ψηλό σκαμπώ στο οποίο καθόταν και να σκέφτομαι: “Τώρα θα μου σαβουριαστεί, τώρα θα μου σαβουριαστεί!” Το άλλο πρόβλημα ήταν ότι ακριβώς απέναντι φάτσα κάρτα είχα το ηλεκτρονικό παιχνίδι. Τρώω λοιπόν και εγώ με τη σειρά μου κόλλημα και αρχίζω: “Το mortal combat είναι. Όχι, όχι. Μαλακία είπα. Το samurai. Όχι. Όχι. Το mortal combat είναι. Όχι. Το samurai” Για να μην τα πολυλογώ φανταστείτε αυτήν, την ίδια πρόταση με ελάχιστες παραλλαγές στη σειρά χρήσης των λέξεων, να επαναλαμβάνεται, για ένα μισάωρο, ίσως και παραπάνω. Το μόνο που με διέκοπτε ήταν κάποιο άνω ή κάτω άκρο της Ματίνας το οποίο πεταγόταν ανεξέλεγκτο δεξιά ή αριστερά. "Πάμε να φύγουμε. Πάμε στην auberge." μου λέει στο τέλος. Πληρώνω και όπου φύγει φύγει με τη Ματίνα στα μαύρα της τα χάλια. Το υπόλοιπο μισό τσιγάρο φυσικά και το πήρα μαζί μου!!

Πριν πάμε στην auberge η Ματίνα είχε να υποστεί το δεύτερο μαρτύριο (δεδομένου ότι το πρώτο ήταν το τσιγάρο): να περάσουμε από τα lockers του σταθμού να πάρουμε τα πράγματά μας. Παρόλ' αυτά μέσα στην ατυχία της ήταν και τυχερή γιατί όλα τα πράγματά της ήταν μέσα στο back pack μου. Στην auberge είχε να αντιμετωπίσει το τρίτο μαρτύριο: το ντους το οποίο ήταν μια διχασμένη προσωπικότητα: η ζεστό νερό 100ο C θα έβγαζε ή παγωμένο -100o C. Τελικά, βγήκε από το ντους καταταλαιπωρημένη, μισοβρεγμένη και ξεράθηκε στο κρεβάτι της. Εμένα μου πήρε γύρω στα τρία τέταρτα να κάνω ντους αλλά τελικά τα κατάφερα. Μόλις ετοιμάστηκα ξύπνησα τη Ματίνα, η οποία ναι μεν μου έβγαλε την πίστη μέχρι να ξυπνήσει, ήταν όμως καλύτερα.

Ξεκινήσαμε για άλλη μια φορά ποδαράτες για ψώνια. Γιατί φυσικά και είχαμε προλάβει και είχαμε εντοπίσει όλα τα μαγαζία του Άμστερνταμ με αναμνηστικά! Μέχρι και σύγκριση τιμών είχαμε προλάβει και είχαμε κάνει! Ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποίησα την carte bleue γιατί φυσικά και τα ρευστά μας δεν έφταναν για ψώνια. Η Ματίνα μετά πολλοίς κόποις απαρνήθηκε το χασισομαξιλαράκι και τις χασισοπαντοφλίτσες πού είχε ερωτευτεί και αρκεστήκαμε στο να αγοράσουμε τα εξής λιτά και απέριττα αναμνηστικά: καραμέλες με χασίσι, σοκολάτα με χασίσι, τασάκι σε σχήμα χασισόφυλου, σφηνοπότηρα με χασισόφυλλα, ποτήρια, αναπτήρες, κούπες, παπουτσάκια-μπρελόκ, τουλίπες, α! και τσάγια με χασίσι.

Μετά την περιουσία που είχαμε ξοδέψει σε χασισομαλακίες, πήγαμε στο torture museum. Μας έκαιγε φαίνεται να μάθουμε όλους τους τρόπους θανάτωσης κατά το Μεσαίωνα. Πάντως δε μπορώ να πω. Το μουσείο κατάφερνε να σε βάλει τέλεια μέσα στο κλίμα του Μεσαίωνα: χαμηλός φωτισμός, υποχθόνια μουσική και αίθουσες μικρές και λαμβυρινθοειδείς. Έβλεπες τη γκιγιοτίνα και νόμιζες ότι τώρα θα πέσει και θα σου κόψει το κεφάλι. Βγήκαμε από 'κει μέσα με ένα βάρος στο στήθος και μία αίσθηση ανακούφισης μόλις ο πρώτος που ρωτήσαμε τη χρονολογία έχουμε μας είπε 2005 μ.χ. Γραμμή για το δωμάτιο γιατί ήμασταν κινούμενα πτώματα! Εκτός του ότι την άλλη μέρα είχε πρωινό ξύπνημα γιατί ήταν ημέρα μουσείων.

Το ότι και τη δεύτερη μέρα την περάσαμε ξεπαγιάζοντας το είπα; Όχι. Γιατί μάλλον το θεωρώ αυτονόητο. Φορούσαμε όλες τις μπλούζες που είχαμε μαζί μας...κι όμως...έφτανε ως το κόκαλο ο ψόφος! Αλλά εμείς αλώβητες!

Έφτασε λοιπόν και η Τρίτη μας μέρα σε μια πόλη που πραγματικά μας είχε εντυπωσιάσει και ‘μεις ξεκινούσαμε με λαϊκή. Λαϊκή όχι όμως τροφίμων αλλά πραγμάτων. Μια λαϊκή που κάλυπτε χιλιόμετρα. Πάγκοι ο ένας δίπλα στον άλλον με ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς, κυρίως με είδη ρουχισμού. Για καλή τύχη των τσεπών μας όταν εμείς ξεκινήσαμε ήταν στο στήσιμο ακόμη και ευτυχώς δεν είχαν ανοίξει όλοι.

Φτάσαμε στο μουσείο Van Gogh και όλα χιονισμένα γύρω μας. 10€ η είσοδος που σκάσαμε για χάρη του μεγάλου ζωγράφου. Η πλάκα είναι ότι δε μας ενθουσίασε κιόλας. Eγώ προσωπικά πιο ωραία έργα του είχα δει στο Παρίσι παρά εκεί. Μετά απο ‘κει ήρθε η μεγάλη απογοήτευση για μένα και η μεγάλη χαρά για τη Ματίνα: τα οικονομικά μας δε μας επέτρεπαν να πάμε σε κανένα άλλο μουσείο. Όλα τα υπόλοιπα μόνο απ’ έξω τα είδαμε. Και το σπίτι-μουσείο του Ρεμπράντ, της Άννας Φρανκ, του Βέντερς...


Το καλό είναι ότι έστω και μετά από αυτό το λίγο που είχαμε κοιμηθεί ήμασταν μες στην τρελή χαρά, μας είχε πιάσει η μαλακία μας, λέγαμε ό,τι βλακεία μας κατέβαινε και αναγκαστικά (με το ζόρι σα να λέμε) είχαμε πεθάνει στα γέλια. Τα γέλια μας όμως δεν είχαν πτοήσει και το κρύο το οποίο παρέμενε...Το μεγάλο το σοκ επήλθε όταν ο ιδιοκτήτης ενός μαγαζιού μας λέει την ιστορική πλέον φράση: “Enjoy the beautiful weather”. Όχι! Ούτε ειρωνικά το είπε, ούτε αστειευόμενος! Το εννοούσε μόνο και μόνο επειδή καπού στο βάθος του ουρανού διέκρινε μια ακτίνα ηλίου.

Περάσαμε τη μέρα βολτάροντας, βολτάροντας και ξαναβολτάροντας. Εμείς, οι φαν του καφέ, κάτσαμε μόνο για έναν σε ένα καφέ που λεγόταν Rolling Stones αλλά πραγματικά τον ευχαριστηθήκαμε. Πριν γυρίσουμε στο δωμάτιο επισκεφτήκαμε τα Lidl του Άμστερνταμ για να εφοδιαστούμε με τα σύνεργα του εγκλήματος. Έτσι, περάσαμε την ώρα στο δωμάτιο φτιάχνοντας σάντουιτς για την επόμενη αναχώρησή μας. Την άλλη μέρα -εγώ για άλλη μια φορά φορτωμένη με το back pack- εγκαταλείπαμε το Άμστερνταμ. Το εγκαταλείπαμε χωρίς να έχουμε δοκιμάσει τα πολυσυζητημένα pancakes, χωρίς να έχουμε πάει στο μουσείο της Madame Tussauds και σε πολλά άλλα βέβαια, είχαμε καταφέρει όμως κάτι πολύ σημαντικό: να γλιτώσουμε από τις δολοφονικές τάσεις του τραμ. Γιατί ναι. 3 μέρες σε αυτή την πόλη και παίζαμε κυνηγητό με το τραμ. Μονίμως σα φάντασμα, το βλέπαμε να ξεπετάγεται από κάπου που δεν το περιμέναμε και τρέχαμε να γλιτώσουμε. Τραμοφοβικές είχαμε γίνει αλλά και ποδηλατοφοβικές αφού και με τα ποδήλατα- τα άπειρα ποδήλατα- κάτι παρόμοιο συνέβαινε. Οι ποδηλάτες οδηγούσαν λες και φορούσαν παρωπίδες και εσύ έτρεχες να τη γλιτώσεις.

Μιας και είπαμε ποδήλατα: μέρα μεσημέρι ένας νταβραντωμένος μαύρος προσπαθούσε να κλέψει ένα δεμένο ποδήλατο. Ξαφνικά από την άλλη άκρη εμφανίζεται ένας κινεζούλης πέντε πόντους και τρέχοντας προς το μέρος του αρχίζει να φωνάζει με μια τσιριχτή φωνή: “No!Nooooo! No!” “You are lucky” του απαντάει ο μαύρος, δίνει μια κλωτσιά στο ποδήλατο και φεύγει. Μέσα από αυτό το κείμενο οφείλουμε να ζητήσουμε συγνώμη για το γέλιο που ρίξαμε με αυτό το σκηνικο...

Και βέβαια πριν φύγουμε είχαμε προλάβει και είχαμε επισκεφτεί ένα από τα περιβόητα καζίνο του Άμστερνταμ. Τι; Έτσι θα φεύγαμε; Είχαμε χάσει και 3-4€, έτσι για να λέμε ότι τζογάραμε κιόλας.

Κυριακή, 30 Νοέμβριος 2008

25

Η άλλη μέρα ξημέρωσε. Χάραξε για την ακρίβεια. Και ξεκίνησε με ποδαρόδρομο γιατί τα λεωφορεία δεν είχαν αρχίσει ακόμη. Με τα πόδια λοιπόν μέχρι τη Sainte Anne και από ‘κει το μετρό για το gare και έπειτα τρένο για Βρυξέλλες. Με αλλάγή στο αγαπημένο Paris. Αφού βέβαια έπρεπε πρώτα από το Montaparnasse να πάμε στο Gare du Nord. Ένας γρήγοραος καφές στο gare και μετά μιάμιση ώρα ταξίδι με το "Thalys" για Βρυξέλλες.


Με το που πατάμε το πόδι μας στο σταθμό το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι να τρέξουμε στο guichet να ρωτήσουμε για τα εισιτήρια για το Άμστερνταμ. Τι ήταν να το κάνουμε; Οι τιμές ήταν όπως ακριβώς μας βολεύανε και το τρένο έφευγε σε 5 λεπτά! Ίσως και λιγότερο. Να ‘σου λοιπόν δύο τρελές στο gare των Βρυξελλων να τρέχουν φορτωμένες, ψάχνοντας τη σωστή voie! Καταφέραμε να το προφτάσουμε και περάσαμε άλλες 3 ώρες στο τρένο για Άμστερνταμ.


Με το που πατήσαμε το πόδι μας στη ολλανδική γη το πρώτο πράγμα που αυτή μας υποσχέθηκε και εμείς από την πλευρά μας το αισθανθήκαμε γερά στο πετσί μας ήταν το κρύο. Το πρώτο που κάναμε ήταν ένα τσιγάρο χωμένες μέσα στα παλτά μας (ναι, το πράσινο, τραβάτε κανένα ζόρι;; για όσους πρόλαβαν ήδη και σκέφτηκαν την κακία), σε ένα παγκάκι στο σταθμό με μια υποψία θάλασσας απέναντί μας. Αφήσαμε τα πράγματά μας σε lockers και ξεκινήσαμε...


Πρώτα απ’ όλα δε μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε με τίποτα ότι βρισκόμασταν στην Ολλανδία! Το πρώτο μας εξωτερικό! Η πρώτη εντύπωση ήταν συναρπαστική! Αν δεν το καταλάβατε ήδη από τα lockers που ανέφερεα, ναι, είχαμε σκοπό να περάσουμε άστεγες το πρώτο μας βράδυ στο Άμστερνταμ. Πώς άλλωστε θα γνωρίζαμε καλύτερα την πόλη;; Επειδή όμως θέλαμε να προνοήσουμε για το επόμενο, εφοδιαστήκαμε με τους χάρτες της πόλης, η Ματίνα δηλαδή εφοδιάστηκε, και ξεκινήσαμε με τα πόδια να βρουμε την auberge, συνδυάζοντας το έτσι και με την πρώτη μας βόλτα στην πόλη.


Ψιλόβρεχε. Μπήκαμε σε στενά, βγήκαμε από στενά, ανεβήκαμε γεφυρούλες, κατεβήκαμε γεφυρούλες, διασχίσαμε το ποτάμι, το ξαναδιασχίσαμε και τελικά καταφέραμε να βρεθούμε έξω από την auberge αφού πρώτα είχαμε πάθει τη σύγχυση της ζωής μας με όλες τις οδούς που τελείωναν σε: -straat και κατ’ επέκταση μας φαίνοντας όλες ίδιες!


Στη reception μας υποδέχτηκε μια Πολωνή με την οποία αρχίσαμε να συνενοούμαστε στα αγγλικά. Κυρίως η Ματίνα. Γιατί εγώ όποτε άνοιγα το στόμα μου πετούσα ανάμεσα στα πέντε αγγλικά και δέκα γαλλικά και η γυναίκα με κοίταγε με ένα βλέμμα απορίας. Κάναμε κράτηση για το επόμενο βράδυ και φύγαμε για όπου μας βγάλει ο δρόμος μας. Βασικά στόχος μας ήταν ο σταθμός αλλά το μονοπάτι μας είχε άλλη γνώμη και μας έβγαλε σε μια μεγάλη πλατεία γεμάτη υπέροχες καφετέριες και μπαρ.


Εννοείται ότι είχαμε ήδη αρχίσει να συναντάμε παντού γύρω μας τα πασίγνωστα cofeeshop που μόνο εμείς δεν είχαμε ιδέα για το τι πρόκειται μέχρι που μπήκαμε σε ένα για να ζητήσουμε φρεσκοκομμένο καφέ με γεύση amaretto και μας κοιτούσαν περίεργα έτοιμοι να φωνάξουν κάποιον να μας μαζέψει. Πλάκα κάνω. Απλά κάποια στιγμή τα ανέφερε στο τηλέφωνο ο Ορέστης και είχε την καλοσύνη να μας εξηγήσει. Στο θέμα μας όμως: εγώ δε χρειάστηκα δεύτερο βλέμμα για να ερωτευτώ ΟΛΑ τα μπαράκια της πόλης. Ήταν όλα έτσι ακριβώς όπως αγαπώ τα μπαρ: μικρά, “ζεστά”, με στυλ, τα περισσότερα με live μουσική αλλά όχι και επιπλέον είσοδο.


Εμείς όμως, πάντα πιστές, είδαμε τα Μακ και μπήκαμε. Αράξαμε με καφέδες σε ένα τραπεζάκι και αρχίσαμε να ξεφυλλίζουμε χάρτες και ενημερωτικά φυλλάδια για να περάσει η ώρα. Εγώ μετά από 4 μήνες παρά 3 ημέρες είχα στα χέρια μου “Το Βήμα” της Κυριακής και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν φυσικά να διαβάσω το άρθρο του Βίδου (ούτε που θυμάμαι πλέον πώς στο καλό βρέθηκε στα χέρια μου ελληνική εφημερίδα!!!) Η ώρα, ομολογουμένως, δεν περνούσε και εύκολα. Από το παράθυρο βλέπαμε μία να βρέχει, μια να χιονίζει και μας έπιανε μαύρη μαυρίλα! Όντας και στα Μακ δεν είχαμε πουθενά αλλού το μυάλό μας παρά μόνο στο φαί αλλά από την άλλη δεν έπρεπε να ξοδέψουμε λεφτά γιατί στο τέλος το άστεγο θα μας κόστιζε πιο ακριβά από το να μείνουμε σε δωμάτιο.


Η πρώτη μας γνωριμία σε ολλανδικό έδαφος ήταν ένας άστεγος Πολωνός λουλούδάς. Καθόμασταν απέναντί του και τον βλέπαμε που είχε αράξει και αυτός με τις ώρες στα Μακ, ε, το ένα έφερε το άλλο και στο τέλος πιάσαμε την κουβέντα. Στην αρχή του δανείσαμε κάτι ψιλά για να αγοράσει κρασί. Μετά, ξαναγύρισε στα Μακ και του αποκαλύψαμε ότι θα μείνουμε άστεγες. Τρομοκρατήθηκε ο άστεγος που θα μέναμε άστεγες! Στην αρχή μας έλεγε να πάει να βρει ένα γνωστό του Έλληνα που έχει ελληνικό εστιατόριο για να μείνουμε σε αυτόν. Αφού αυτό δε μας έπεισε, το χόντρυνε κι άλλο. Μας είπε ότι σε λίγο θα πληρωνόταν και θα έπαιρνε 60€ για δύο βδομάδες δουλειές. (Το πως στο καλό θα πληρωνόταν στις 2 τα ξημερώματα και από ποιον ακόμη ερευνάται.) "Πόσα θέλετε να σας δώσω για να μη μείνετε άστεγες;" Είχαμε μείνει εμείς μαλάκες και τον κοιτάγαμε! Συν τοις άλλοις μας είχε κάνει να αισθανόμαστε ότι κάνουμε το χειρότερο πράγμα του κόσμου!


Τον ευχαριστήσαμε, του είπαμε να δανειστεί και άλλα 100€ από κάποιον γνωστό του και πήγαμε σε μία τέλεια σουίτα πάνω από τον Amstel…-πλάκα κάνω, ακόμη δε με μάθατε; Τον ευχαριστήσαμε, αρνηθήκαμε και μετά γαμηθήκαμε στα γέλια με την κατάστασή μας που μέχρι κι ο άστεγος προσφερόταν να μας δώσει λεφτά! Η ουσία είναι ότι αντί τελικά να μας δανείσει του δανείσαμε. Κατάφερε να μας φαεί 3,50€ δανεικά και αγύριστα. Αλλά χαλάλι γιατί ήταν συμπαθέστατος.


Ατάκα της βραδιάς;: «Είναι ανάγκη να μάθει όλη η Ολλάνδία ότι θα μείνουμε άστεγες;»


Φύγαμε από τα Μακ προς αναζήτηση ενός ωραίου, φτηνού μπαρ και το βρήκαμε! Έπαιζε live jazz και η Ματίνα μπήκε μέσα να ρωτήσει πόσο έχει η μπύρα. Βρήκαμε και φτηνή μπύρα και πρώτο τραπέζι πίστα. Αράξαμε μες την τρελή χαρά, η Ματίνα να τραβάει κάμερα και να γουστάρει τον ντράμερ και εγώ ενθουσιασμένη, να γουστάρω τον πιανίστα μέχρι που είδα τον Emilo και "ερωτεύτηκα". Κάτσαμε στο μαγαζί μέχρι τις 3 που έκλεινε, όλοι γύρω μας να σκάνε μπάφους σα να μη συμβαίνει τίποτα- που δε συνέβαινε δηλαδή- και μέχρι τις 3 είχαμε πιάσει την κουβέντα τόσο με τον Emilo όσο και με το μοναχικό τύπο του διπλανού μας τραπεζιού. Ο Emilo ήταν το φωνητικό εφέ του συγκροτήματος. Έβγαζε κάτι απίστευτους ήχους όταν ανέβαινε στη σκηνή, ήξερε λίγες λέξεις από κάθε γλώσσα που μπορείς να φανταστείς γιατί η φιλοσοφία του ήταν ότι οι γλώσσες είναι από τα χρησιμότερα πράγματα στη ζωή σου και άμα τις γνμωρίζεις μπορείς να καταφέρεις τα πάντα. Μας πρότεινε μιας και έκλεινε το μαγαζί να πάμε σε ένα άλλο εκεί κοντά με blues. Εν τω μεταξύ, έξω να χιονίζει μανιωδώς, ο τόπος να έχει αρχίσει να ασπρίζει και ‘μεις να τρέμουμε στην ιδέα ότι θα χρειαστεί να περάσουμε έστω και 2 ώρες έξω. Πήγαμε στο άλλο μπαρ και συναντήσαμε τον τύπο του διπλανού τραπεζιού. Εκείνον το μοναχικό που λέγαμε. Ο τραγουδιστής μια απίστευτη φυσιογνωμία που και στο δρόμο να τον συναντούσες δεν υπήρχε περίπτωση να μην καταλάβαινες ότι είναι μπλουζίστας. Δυστυχώς, η ώρα πέρασε, πήγε 4 και το μαγαζί έκλεινε.


Χαιρετήσαμε τον Emilo, ανταλλάξαμε mail και τραβήξαμε για το άγνωστο. Απομακρυνθήκαμε από 'κεινη την περιοχή και φτάσαμε σε μια στάση λεωφορείου για να...δειπνήσουμε! Είχαμε ήδη αρχίσει να τρέμουμε από το κρύο και το χιόνι έπεφτε, έπεφτε μονότονα. Στη στάση πρέπει να ήταν η τελευταία φορά που η Ματίνα γέλασε γιατί μετά αρχίσαν τα δύσκολα. Καθόμασταν στη στάση του λεωφορείου με τα σάντουιτς μας και φτιάχναμε το σενάριο ότι θα παγώσουμε την ώρα την ώρα που θα πηγαίνουμε να δαγκώσουμε μια μπουκιά. Οι τίτλοι των ολλανδικών εφημερίδων της επόμενης μέρας περνούσαν ήδη μπροστά από τα μάτια μας: "Ελληνίδες φωτογραφίες που σπούδαζαν στη Γαλλία βρέθηκαν κοκαλωμένες στη χώρα μας." Από κάτω φωτογραφία μας, παγωμένες, με τα σάντουιτς στο χέρι και αυτά παγάκια. Όλως τυχαίως, λέγαμε, ο πατέρας μου θα αποφάσιζε την άλλη μέρα να αγοράσει εφημερίδα από το κέντρο που όλος ο ξένος τύπος είναι κρεμασμένος στα περίπτερα και θα έβλεπε τη φάτσα της κόρης του να φιγουράρει σε μια εφημέριδα που δε θα έγραφε ούτε αγγλικά ούτε γαλλικά αλλά κάτι παντελώς άγνωστο. Ο πατέρας μου που ακόμη δεν ήξερε ότι η κορούλα του βρισκόταν στην Ολλανδία. Τελικά τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε. Άλλωστε ο πατέρας μου δεν αγοράζει εφημερίδες.


Φάγαμε και κινήσαμε για το σταθμό με τη Ματίνα κυριολεκτικά στα όρια του κρυοπαγήματος να βρίζει σε όλες τις γλώσσες που ήξερε και δεν ήξερε και χρησιμοποιώντας όλες τις βρισιές που ως τα 20 της χρόνια είχε ακούσει. Δήλωνε μάλιστα ότι ήταν η τελευταία φορά της ζωής της που έμενε άστεγη. (Τι έλεγες Ματινάκο;;;) Στο σταθμό του μετρό είχε κουρνιάσει στο πεζούλι μιας κολώνας, από τη μια προσπαθούσε να κοιμηθεί αλλά από την άλλη κρύωνε. Τη μια με έβριζε, την άλλη γκρίνιαζε και την άλλη ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Εγώ κρύωνα αλλά ήμουν σε πιο κυριλέ κατάσταση. Είχα μάλιστα το κουράγιο να πιάσω τη συζήτηση με ένα μαύρο Κουβανό ολλανδικής υπηκοότητας, πρώην μπασκετμπολίστα και νυν καμένο. Μου είχε φανεί πολύ ενδιαφέρον και συμπαθητικός τύπος και η Ματίνα με είχε τσαντίσει γιατί όποτε της απήυθηνε το λόγο του απαντούσε μονολεκτικά και απότομα.


Αυτό που θα μου μείνει αξέχαστο από αυτόν είναι όταν κάποια στιγμή, ενώ διάβαζε εφημερίδα, δηλαδή ΔΕ ΜΕ ΚΟΙΤΑΖΕ, του λέω: "Can I ask you something?" “Cinquantasette” μου απαντάει. Και μένω μαλάκας. Γιατί όντως. Αυτό ήθελα να τον ρωτήσω. Τι νούμερο παπούτσι φοράει. Αυτός ουσιαστικά ήταν και ο σωτήρας μας γιατί μας έδωσε λύση για να περάσουμε 2 ώρες λιγότερο ανώδυνα. Γιατί δεν παίρνετε το μετρό, μας λέει, να πάτε από το ένα τέρμα στο άλλο να περάσει η ώρα; Τον ευχαριστήσαμε και φύγαμε κατευθείαν για το μετρό. Πανάθεμά μας το βλέπαμε και σαν ευκαιρία να δούμε την πόλη! Πού να τη δούμε αφού το μετρό είθισται να είναι υπόγειο και όσες φορές έβγαινε στη επιφάνεια ούτως ή άλλως ήταν πίσσα σκοτάδι αφού δεν είχε ξημερώσει; Τελικά δεν αντιμετωπίσαμε τέτοια προβλήματα γιατί με το που κάτσαμε στις θέσεις ξεραθήκαμε στον ύπνο.


Κάποια στιγμή πεταχτήκαμε πάνω, μόνες μέσα στο βαγόνι, οι πόρτες κλειστές και γύρω μας η απίστευτη σκοτεινιά και ερημιά. Η Ματίνα ίσα που σήκωσε το κεφάλι, έριξε μια ματιά γύρω της και ξαναβυθίστηκε στο όνειρο της που αποτελούνταν από ζεστά παπλώματα και κρεβάτια, πολλά κρεβάτια. Ποτέ δε θα μάθουμε πού ήμασταν εκείνη τη στιγμή και για πόση ώρα είχαμε μείνει εκεί.


Κάποτε ο συρμός ξαναξεκίνησε και κατεβήκαμε στη στάση στην οποία πριν από μία ώρα είχαμε ανέβει. Και δεν έλεγε να ξημερώσει...περιμέναμε πώς και πώς να δούμε λίγο το φως της μέρας, να ανέβει το ηθικό μας, αλλά τίποτα. Κάναμε άπειρους άσκοπους, παγωμένους γύρους για να περάσει λίγο η ώρα και τελικά καταλήξαμε στο καφέ ενός ξενοδοχείου, το μόνο ανοικτό που βρήκαμε εκείνη την ώρα...

Παρασκευή, 31 Οκτώβριος 2008

24

Η 22η Γενάρη μετά από άπειρη ανυπομονησία εaίχε φτάσει. Εμείς με τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ (τι; Χωρίς τα θρυλικά μας σάντουιτς θα φεύγαμε;;) αποφασίζουμε να πάμε με τα γαλλάκια στο σπίτι του Ludovic για να πιούμε το δώρο της Ματίνας. Γιατί το χριστουγεννιάτικο δώρο του Laurent και του Victor για τη Ματίνα ήταν ένα μπουκάλι Jack Daniels μιας και όλο το εξάμηνο τους είχε πρήξει! Πάμε λοιπόν στο σπίτ του Ludovic και αφού τελειώσαμε ένα ολόκληρο φιλμ βγάζοντας φωτογραφίες αρχίζουμε να πίνουμε το ουίσκυ pur. Τα γαλλάκια με εγκράτεια μιας και τα τελευταία γεγονότα ήταν πρόσφατα, όχι όμως και η Ματίνα. Από κάποιο σημείο και μετά είχε αρχίσει να εκδηλώνει τα κλασικά συμπτώματα ενός μεθυσμένου: ήταν μες την τρελή χαρά και γέλαγε συνεχώς.

Μετά από μια βραδιά γενικότερα τρελού κεφιού και διασκέδασης ο Ludovic μας γύρισε σπίτι στις 3.30. Λεπτομέρειες. Στις 8 θα έπρεπε να είμαστε στο πανεπιστήμιο. Με το που φτάσαμε στο δωμάτιο της Ματίνας η κυρία έπεσε ξερή ενώ εγώ έψαχνα ποια τραγούδια θα βάζαμε την άλλη μέρα στην εκπομπή. Γιατί, σα να μην έφτανε το μάθημα που την άλλη μέρα δίναμε, μετά από αυτό είχαμε κανονίσει να πάμε σε μια εκπομπή σε ένα φοιτητικό ραδιοφωνικό σταθμό να μιλήσουμε για την Ελλάδα. Συνειδητοποίησα ότι η Ματίνα είχε ξεραθεί όταν τη ρώταγα για τα τραγούδια και ξαφνικά απλά σταμάτησα να παίρνω απάντηση. Το πρωί έφτσε μόνο με 2 ώρες ύπνο για μένα. Η Ματίνα να είναι ακόμη μεθυσμένη, να θέλει να ξεράσει και όποτε θυμόταν την εκπομπή να με βρίζει γιατί σα διαολάκι που είμαι είχα τη φαεινή ιδέα να προτείνω να τραγούδησει στον αέρα....

Όσον αφορά στις 4 ώρες της εξέτασης, δε θα σχολιάσω το πώς περάσανε...Πλέον ούτε τα θέματα θυμόμαστε, ούτε το τι γράψαμε! Ικανές μας έχω αντί για τη Religieuse του Diderot να αναλύσαμε την Αντιγόνη! Τέλος πάντων, πέρασε το δράμα και ενώ το μόνο που θέλαμε ήταν να κοιμηθούμε, έπρεπε να πάμε στο ραδιοφωνικό σταθμό. Η εκπομπή ήταν κωμικοτραγική. Ξεκινήσαμε με μισή ώρα καθυστέρηση και στις δε ερωτήσεις η Ματίνα άφηνε πάντα εμένα να βγάζω το φίδι από την τρύπα! Στα μισά δεν ξέραμε τι να απαντήσουμε όντας άσχετες από πολιτική, κάτι όμως έπρεπε να ειπωθεί! Έκανα συνέχεια νόημα στη Ματίνα να μιλήσει γιατί δε γινόταν να μιλάω μόνο εγώ αλλά ήμασταν στον αέρα και δε μπορούσε να ακούγεται για άπειρη ώρα ένα βουβό κενό ούτε βέβαι και να αρχίσουμε εμείς να βριζόμαστε!! Αναγκαστικά λοιπόν απάνταγα συνέχεια εγώ! Τα τραγούδια που είχα διαλέξει ήταν άλλα ντ’ άλλων: Μοίρες της Τσανακλίδου, Πηνελόπη του Πασχαλίδη και Άλλος για Χίο τράβηξε (λόγω Ματίνας) από εκτέλεση του Μητροπάνου. Ένας θεός ξέρει πως τους φάνηκαν! Κορυφαία πάντως στιγμή του γαλλικού ραδιοφώνου ήταν όταν η Ματίνα τραγούδησε στον αέρα Το Φιλαράκι. Ακόμη χτυπάνε τα τηλέφωνα από τους παραγωγούς που την ψάχνουν αλλά το σηκώνω εγώ και απαντάω ότι ξεκίνησε καριέρα στην Αυστραλία.

Η εκπομπή τέλειωσε και εμείς αντί να πάμε για ύπνο πήγαμε για καφέ στο Caprice που τον τελευταίο καιρό είχε αρχίσει να γίνεται στέκι μας. Εκεί που καθόμασταν και πίναμε ήρεμα το καφεδάκι μας έρχεται η Θεία Έμπνευση από το Σικάγο: γιατί να μη μυήσουμε τους Γάλλους στην ελληνική μουσική μιας και είχαμε ακόμη τα cd από την εκπομπή μαζί μας; Και να ‘σου το caprice που συνήθως παίζει hip hop και ραπ να πλημμυρίζει ξαφνικά από τους ήχους του Μητρροπάνου και του Διονυσίου! Στο μαγαζί αντηχούσαν: τα κόκκινα φώτα του μπαρ, Θεσσαλονίκη μου μεγάλη φτωχομάνα και το για κοίτα στα μάτια λοιπόν και εξηγήσου. Ό,τι να ‘ναι δηλαδή. Εμείς είχαμε ξεραθεί στα γέλια. Ακουγόταν τρομερά αστείο όλο αυτό.

Πάνω που έπαιξε ολόκληρο το cd και λέγαμε ότι θα πάμε σπίτι να ξεραθούμε, μας παίρνει τηλέφωνο ο Laurent για να περάσει από ‘κει που ήμασταν και πως να του πούμε όχι αφού ξέραμε ότι από κάποια μέρα και μετά δε θα τον ξαναβλέπαμε. Είπαμε: το ξεχέσαμε που το ξεχέσαμε το θέμα, να κανονίσουμε καφέ και με τη Φωτεινή να την χαιρετίσουμε, να τελειώνουμε και από αυτό. Πάμε λοιπόν με τη Φωτεινή στο atelier de lartiste και με το που καθόμαστε στέλνει μήνυμα η Paola συναντηθούμε στο gare να χαιρετηθούμε γιατί κατά πάσα πιθανότητα θα έφευγε όσο εμείς θα λείπαμε ταξίδι. Όσο κλάμα δε ρίξαμε με τη Φωτεινή παρά λίγο και θα το ρίξουμε με την Paola αλλά συγκρατηθήκαμε.

Επιτέλους, μετά από όλα αυτά, ήμασταν στο bus 15 για Patton. Φτάσαμε στην εστία αλλά πού να κοιμηθούμε! Την άλλη μέρα ήταν η Μεγάλη Μέρα της αναχώρησης. Η μέρα του πιο πολυσηζητημένου μας ταξιδιου! Ενός ταξιδιού που ούτε τελικό προορισμό ξέραμε, ούτε από πού θα αρχίσουμε και πού θα τελειώσουμε, ούτε και πόσα χρήματα θα ξοδέψουμε. Αρχίσαμε να φτιάχνουμε σάντουιτς και μετά πράγματα. Είχαμε αποφασίσει να πάρουμε μόνο το back pack μου γιατί σε πολλές περιπτώσεις θα χρειαζόταν να τριγυρνάμε σε όλη την πόλη αγκαλιά με τα μπαγκάζια μας. Τρέμαμε και για την αντίδραση των ποδιών της Ματίνας. Γιατί αν μας έκανα τα ίδια που μας έκαναν στο Παρίσι, την είχαμε βάψει! Θα μας χαλούσαν όλο το ταξίδι. Θα έπρεπε να τα κόψουμε και να στείλουμε πίσω στη Rennes μόνα τους.

Εκείνο το βράδυ λίγο πριν πάμε να ξαπλώσουμε εγώ σμπλήρωσα μία υπεύθυνη δήλωση του νόμου 105:

Έγραφε η δήλωση:

Με ατομική μου ευθύνη και γνωρίζοντας τις κυρώσεις (3, που προβλέπονται από της διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 22 του Ν. 1599/1986, δηλώνω ότι:

Σήμερα, την εικοστή δεύτερη μέρα του μήνα Γενάρη και του τρέχοντος έτους 2005, αύριο με τη συνοδεία της

Αδαμαντίας Λωλής του γένους Κωνσταντινίδη θα ξεκινήσουμε με δύο εισιτήρια στην τσέπη για Βρυξέλλες,

χωρίς να έχουμε τελικό προορισμό, χωρίς λογικό προϋπολογισμό, με έναν κρητικό σουγιά στην τσέπη, και πολύ

κουράγιο. Χωρίς ταυτότητα, χωρίς να ξέρουμε τι πρέπει να επισκεφτούμε και χωρίς να ξέρουμε πού θα μας

οδηγήσει η ίωση του Χαμένου Ταξιδιώτη, ίσωη την οποία μας κόλλησε ο ίδιος αυτοπροσώπως την 30η Οκτώβρη

2004 στο Παρίσι, στο δρόμο για τη Βαστίλλη. Από τότε καταζητείται μανιωδώς τόσο από εμάς όσο και από την

Αστυνομία. Φήμες λένε ότι στην υπόθεση έχει μπλεχτεί αυθαίρετα και το FBI. Η συνέχεια επί της οθόνης σας....


Τη δε ταυτότητά μου την είχα χάσει πριν ένα μήνα περίπου, μια ωραία ηλιόλουστη μέρα που γυρνούσα με την carte didentité στην κωλότσεπη από το ταχυδρομείο που είχα πάει να πάρω ένα συστημένο. Αυτή ξαφνικά αποφάσισε να δραπετεύσει από τα δεσμά μου για να γυρίσει τον κόσμο. Έτσι έριξε έναν πήδο και από τότε η τύχη της αγνοείται. Ούτως ή άλλως άχρηστη είχε φανεί γιατί στο ταχυδρομείο το γράμμα έγραφε Λένα ενώ η ταυτότητα Ελένη οπότε δε μου το δώσανε. Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που αναπολείς και ευγνωμονείς τους Έλληνες δημόσιους υπαλλήλους του ταχυδρομείων- και όχι μόνο- που βαριούνται να ασχοληθούν ιδιαιτέρως και έτσι τη γλιτώνεις. Ούτε διαβατήριο είχα γιατί είμαστε στην ΕΕ πλέον οπότε δε χρειαζόταν! Έτσι ήμουν μια παράνομη!!! Ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορούσαν να με μπουζουριάσουν!!

Τρίτη, 7 Οκτώβριος 2008

23


Μας έμενε πλέον μόνο το μάθημα της Garreta για το οποίο είχαμε υποσχεθεί ότι θα κάναμε καλό διάβασμα, πανάθεμά μας! Εγώ είχα συνηδειτοποιήσει ότι της είχα παραδώσει μια εντελώς λάθος εργασία, εκτός θέματος μέχρι αηδίας και μου κοβόντουσαν τα πόδια στην ιδέα ότι θα την ξαναντίκρυζα. Ντρεπόμουν πολύ να την ξαναδώ μετά τη συνειδητοποίηση της απίστευτης γκάφας μου γιατί ήταν πανηλίθιο το λάθος μου. Σκεφτόμουν ότι θα με δει και θα πει: "Το καημένο το παιδάκι, θέλει τόσα πολλά χρόνια ακόμη για να μάθει γαλλικά εκτός αν έχει κάποιο νοητικό πρόβλημα."

Μεσολαβούσε όμως μία βδομάδα μέχρι το μάθημά της και σε αυτή τη βδομάδα πολλά συνταρακτικά γεγονότα συνέβησαν. Πρώτα απ’ όλα λάβαμε και ένα δεύτερο mail που μας έλεγε ότι γίναμε δεκτές και στα δωμάτια της εστίας και ότι μπορούσαμε να μείνουμε σε αυτά μέχρι το τέλος της χρονιάς. Παρόλο που η πρώτη μας αντίδραση ήταν να αγκαλιαστούμε και σχεδόν να κλαίμε, μετά από λίγα δευτερόλεπτα η Ματίνα βυθίστηκε και πάλι στην αδιαφορία. Εγώ από εκείνη τη στιγμή και μετά άρχισα να σχεδιάζω το ταξίδι- έκπληξη που θα έκανα στην Ελλάδα στις διακοπές του hiver, τέλη Φλεβάρη.

Κατά τη διάρκεια αυτής της εβδομάδας κάναμε και την πρώτη μας κραιπάλη στη Γαλλία. Μαζί με τα γαλλάκια μας φυσικά! Με ποιούς άλλους; Βγαίνουμε εν μέσω της εξεταστικής και αρχικά πάμε σε ένα bar στη Sainte Anne που είχε προσφορά την Amstel pinte: 3€. Ήπιαμε 2 ο καθένας και κάτσαμε μέχρι την ώρα που έκλεινε το μαγαζί συζητώντας και έχοντας πεθάνει στα γέλια. Μετά από κει όμως, έπρεπε κάπου να συνεχίσουμε. Στην κλασική πλέον La banque. Μόλις κάτσαμε στο τραπέζι πέφτει η ιδέα από τα αγόρια: να πάρουμε μπουκάλι. Ο μόνος λόγος που έκανε εμάς να διαφωνούμε ήταν τα οικονομικά μας. Ρωτήσαμε όμως και μας είπανε ότι μπορούμε να αφήσουμε το μπουκάλι κάβα οπότε συμφωνήσαμε γιατί σκεφτήκαμε ότι θα έχουμε πληρώμενα τα ποτά και της επόμενης εξόδου, τρομάρα μας.

Τεκίλα λευκή. Και με το που έφτασε ξεκινήσαμε τα σφηνάκια. Μετά ποτά, και πάλι σφηνάκια και έπειτα από λίγο τα γαλλάκια εντελώς λιώμα. Τα διάσημα tequilla puff που πολύ στενοχωριέμαι που δεν έχουν καθιερωθεί στην Ελλάδα. Δε χρειάστηκαν ούτε 2 ώρες για να αδειάσουμε όλο το μπουκάλι. Εμείς που φιλοδοξούσαμε ότι θα μείνει και για την επόμενη φορά! Όλοι μας ήμασταν μες στην τρελή χαρά! Αποχωρήσαμε από τη La Banque παραπατώντας με προορισμό το σπίτι του Victor. Στο δρόμο συναντάμε μια παρέα μεθυσμένων Γάλλων με τους οποίους αρχίζουμε να συζητάμε και να μας κερνάνε cidre. Πριν καλά-καλά προλάβουμε να συνειδητοποιήσουμε τι συμβαίνει βλέπουμε ενα Laurent να διασχίζει το δρόμο σκυμμένος με τον κώλο του έξω! Η Ματίνα βγάζει μια στριγκλιά και γυρνάει από την άλλη. Εγώ αντί να αναρωτηθώ το πως και το γιατί το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν: «Θεέ μου! Χάλια κώλος!» Μετά μας εξήγησε ότι είχε βάλει στοίχημα με τους άλλους που μόλις συναντήσαμε για το αν τολμάει να περάσει απέναντι με τον κώλο του έξω. Γάλλοι σου λένε ύστερα. Για να κάνουν χαβαλέ πρέπει υποχρεωτικά να πιούνε και ο χαβαλές τους είναι να ξεβρακώνονται στη μέση του δρόμου! Αν είναι έτσι οι Γάλλοι φανταστείτε πώς θα είναι οι Άγγλοι! Εφιαλτικό!

Φτάσαμε στο σπίτι του Victor, έβαλε μουσική και αρχίσαμε να χορεύουμε. Μέχρι και εγώ χόρευα!!! Η στιγμή που αν δεν ήμουν μεθυσμένη θα είχα βάλει τα κλάματα ήταν όταν κάναμε και οι 4 μας μιας τεράστια αγκαλιά και ο Victor φώναζε: “Vous êtes mes amis! Je vous aime!” Βέβαια και ο Victor αν δεν ήταν μεθυσμένος δεν πρόκειται να το έκανε αυτό. Γενικό συμπέρασμα: λίγο παραπάνω αλκοόλ μια φορά στο τόσο δεν κάνει κακό. Επίσης μας είχε ταράξει και τους τρεις στα φιλιά! Ανά δευτερόλπετο φιλοούσε και από κάποιον.

Έπειτα από όλα αυτά όμως και τις άλλες 2-3 μπύρες που είχαμε πιει στο σπίτι του, ο Victor είχε την έμπνευση να ανοίξει το ρούμι που του είχε φέρει ο Laurent από Ile de la Reunion. Πράγμα που μεταφράζεται ως: 120 βαθμοί αλκοόλ στο ποτήρι σας. Αυτό ήταν. Από εκείνη τη στιγμή και για περίπου μία ώρα ο Laurent την έβγαλε στην τουαλέτα αφού βέβαια είχε προλάβει για άλλη μια φορά να την πέσει στη Ματίνα μιας και ως γνωστόν το αλκοόλ σου βγάζει στην επιφάνεια κάτι βαθιά κρυμμένα απωθημένα, αν έχετε ακουστά. Αφού ο Laurent ξέρασε καμιά 10αριά φορές και ‘γω κόντεψε να κατουρηθώ πάνω μου γιατί δεν έλεγε να βγει από την τουαλέτα όσο κι αν παρακάλαγα την κάναμε.

Μετά την απόθεση του μεθυσμένου σπίτι του, πήραμε με τη Ματίνα το πρώτο πρωινό λεωφορείο για Patton. Μέσα σε όλα θυμηθήκαμε ότι στο σπίτι του Victor την είχα κουρέψει. Κόντεψε να βρω και το μπελά μου! Εγώ απλά κρατούσα το ψαλίδι και η Ματίνα μου είχε φέρει μια τούφα μαλλιά και μου έλεγε: «κόψ’ τα, κόψ’ τα!» Εγώ φταίω που το έκανα;

Δεν πέρασαν 2-3 μέρες από αυτή την αξέχαστη βραδιά και πήρα τηλέφωνο το Victor να βγούμε για καφέ. Δε μπορούσε γιατί ήταν εκτός Rennes. Πάρτε όμως το Laurent μου λέει γιατί αποφάσισε ότι θα φύγει. «Καλά ντε, και τι έγινε;» απορώ εγώ. «Όχι. Δεν κατάλαβες. Αφήνει το πανεπιστήμιο και γυρίζει σπίτι του.» Στην αρχή είχα μείνει κρατώντας το ακουστικό νομίζοντας ότι είχα ξεχάσει τα γαλλικά μου. Μετά έβαλα το Victor να μου επαναλάβει το ίδιο πράγμα 10 φορές για να επιβεβαιώσω ότι καταλάβαινα σωστά και μετά να ορκιστεί ότι λέει αλήθεια. Γύρισα στο δωμάτιο και ανακοίνωσα στη Ματίνα τα νέα. Η Ματίνα έπαθε και αυτή το σοκ της ζωής της και πέρασε από διάφορα στάδια: να λέει ότι μισεί το Laurent, να τον βρίζει και να στενοχωριέται. Βασικά ήταν ένα μείγμα θυμού και στενοχώριας. Έτσι μέσα σε όλο τον κόσμο που είχαμε να χαιρετήσουμε προστέθηκε και ο Laurent. Γιατί μην ξεχνάμε ότι εμείς μέναμε αλλά όλοι οι άλλοι ερασμίτες έφευγαν. Έτσι είχαμε να χαιρετήσουμε τις Ισπανίδες και ειδικά την Paola για την οποία στενοχωριόμασταν και περισσότερο, τη Sara, τη Φωτεινή και τον Τάσο.

Κατά τ’ άλλα είχαμε να ξεμπερδέψουμε και με το τελευταίο μάθημα της εξεταστικής μας και ‘μεις δε λέγαμε να διαβάσουμε. Και εκεί που καθόμασταν κλεισμένες στο δωμάτιο έπεσε η Μεγάλη Ιδέα. Η Ιδέα του ΤΑΞΙΔΙΟΥ. Κάπου έπρεπε να πάμε. Τι στο καλό. Ένα μεγάλο ταξίδι τόσο καιρό δεν είχαμε κάνει. Άλλωστε τόσες ώρες κλεισμένες στο δωμάτιο είχαμε καταφέρει να ξοδέψουμε κάπως λιγότερα λεφτά απ’ ότι τους προηγούμενους μήνες. Βρυξέλλες. Δεν έχω ιδέα γιατί πέταξα αυτό το μέρος. Πάντως αυτή ήταν η Κεντρική Ιδέα και ‘μεις αρχίσαμε να την εμπλουτίζουμε. Στην αρχή λέγαμε να πάμε Βρυξέλλες και να πεταχτούμε και Λουξεμβούργο. Μετά όμως μου καρφώθηκε το Άμστερνταμ. Η Ματίνα το απέρριψε αμέσως. Μόλις όμως άκουσε τις τιμές των εισιτηρίων άρχισε να το ξανασκέφτεται. Στο τέλος τα είχαμε κανονίσει όλα: θα φεύγαμε Σάββατο αμέσως μετά το τελευταίο μάθημα. Θα πηγαίναμε Βρυξέλλες, Άμστερνταμ και αν μας έφταναν τα λεφτά και Λουξεμβούργο και στο γυρισμό θα περνούσαμε και από Lille για να τη δούμε. Το πόσες μέρες θα διαρκούσε αυτό το ταξίδι εξαρτιόταν και αυτό από τα λεφτά. Εμείς πάντως 22 Γενάρη τελειώναμε την εξεταστική και είχαμε κενό μέχρι 31. Αυτό ήταν. Μετά από αυτή την απόφαση που να ξαναδιαβάσουμε για μάθημα. Καθόμασταν στο δωμάτιο με τα βιβλία μπροστά μας και μόνο για το ταξίδι μας μιλούσαμε. Βάζαμε και ξαναβάζαμε κάτω τα λεφτά και όλο σχεδιάζαμε.

 
eXTReMe Tracker